Ενθουσιασμένη από τη γνωριμία

Ενθουσιασμένη από τη γνωριμία

Διαβάζοντας την βιογραφία της Γαλλίδας ζωγράφου Élisabeth Vigée Le Brun (1755-1842), γραμμένη από μια σύγχρονη Γερμανίδα συγγραφέα, την Renate Feyl, αλλά και την αυτοβιογραφία της καλλιτέχνιδας που υπάρχει στο ίντερνετ στο πρωτότυπο καθώς και σε αγγλική μετάφραση, ένοιωσα ενθουσιασμένη από την γνωριμία μου μαζί της.

Η Λεμπρέν, όπως περιγράφει στις αναμνήσεις της, αλλά και όπως μπορεί καθένας να καταλάβει παρατηρώντας τα αναρίθμητα πορτραίτα αυτοκρατόρων, βασιλέων και άλλων ευγενών που φιλοτέχνησε, ήταν αφοσιωμένη στην ζωγραφική με ένα πάθος που σχεδόν σε τρομάζει. Γι’αυτό το πάθος –και φυσικά για να μην καταλήξει στην λαιμητόμο- εγκατέλειψε τον άντρα της και την προστάτιδά της, Μαρία Αντουανέτα μόλις ξέσπασε η Γαλλική επανάσταση, και περιπλανήθηκε σε κάθε βασιλική αυλή της Ευρώπης, φτάνοντας μέχρι την Ρωσία όπου γνώρισε την Μεγάλη Αικατερίνη και τον διάδοχό της. Όπου κι αν πήγαινε ήταν περιζήτητη χάρη στο ταλέντο της, την κοινωνική της φύση αλλά και την τεχνική των χρωμάτων που είχε ανακαλύψει προκειμένου να δίνει πιο φυσικές αποχρώσεις στα πρόσωπα που απεικόνιζε. Η Λεμπρέν θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν μια τυχοδιώκτρια της εποχής της, αναμφισβήτητα γενναία και σίγουρα τυχερή αφού δεν είχε την μοίρα της Μαρίας Αντουανέτας και όλων των άλλων φίλων της αυλής των Βερσαλλιών.

Οι αναμνήσεις της παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον καθώς αφηγείται με λεπτομέρειες τις συναντήσεις της με διάσημα πρόσωπα που έμειναν στην Ιστορία και που όλα στάθηκαν απέναντί της αρκετές ώρες για να τα ζωγραφίσει με τις μπογιές της.

Η όμορφη Λεμπρέν απεικόνισε επίσης τον εαυτό της, την μητέρα της, την κόρη της ενώ συνολικά έφτιαξε γύρω στα 660 πορτραίτα και 200 τοπία. Όσοι έχετε επισκεφτεί τη National Gallery του Λονδίνου, θα έχετε σίγουρα θαυμάσει την αυτοπροσωπογραφία της με ψάθινο καπέλο.

 

 Όταν τα πράγματα καταλάγιασαν στην Γαλλία, η καλλιτέχνις επέστρεψε στο Παρίσι, το οποίο θυμόταν πάντα με νοσταλγία.

 Σ’όλη της την ζωή πρώτο της μέλημα υπήρξε η τέχνη της, με την οποία δεν έπαψε ποτέ να πειραματίζεται, διαπρέποντας σε ό,τι κι αν έφτιαχνε. Ακόμα και σήμερα, τα πρόσωπα που ζωγράφισε πριν δύο αιώνες ακτινοβολούν στον καμβά ενώ το δικό της πρόσωπο αναδίδει γοητεία και καλωσύνη. Εικάζω ότι αυτό το πάθος της για δουλειά, όπως προκύπτει από τα βιογραφικά της στοιχεία, είχε κι ένα τίμημα, αφού την αποξένωσε από το μοναχοπαίδι της, την κόρη της.

Εγώ πάντως, ενθουσιασμένη από την «γνωριμία» μου με την Ελιζαμπέτ Βιζέ Λεμπρέν, μετέφρασα την αρχή των απομνημονευμάτων της με την ελπίδα να την φέρω πιο κοντά σας.

 

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ. ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΜΟΥ. ΜΕ ΒΑΖΟΥΝ ΣΕ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ. ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ.

Καλή μου φίλη, μου ζητάτε με τόση επιμονή να γράψω για σας τις αναμνήσεις μου, οπότε αποφάσισα να σας δώσω αυτή την ικανοποίηση. Πόσα συναισθήματα θα δοκιμάσω καθώς θα θυμάμαι τα διάφορα γεγονότα, των οποίων υπήρξα μάρτυρας, καθώς και τους φίλους που δεν υπάρχουν πια παρά μόνο στην σκέψη μου!

Πάντως θα μου φανεί εύκολο, καθώς η καρδιά μου έχει την δική της μνήμη, και στις ώρες της μοναξιάς μου, αυτοί οι αγαπητοί φίλοι εξακολουθούν να με περιβάλουν, έτσι όπως τους φέρνει η φαντασία μου στην πραγματικότητα. Θα προσθέσω εξ άλλου στην αφήγησή μου τις σημειώσεις που κράτησα σε διάφορες εποχές της ζωής μου, για ένα πλήθος ανθρώπων, των οποίων έκανα τα πορτραίτα και που οι περισσότεροι ανήκαν στον κύκλο μου. Μ’ αυτά τα βοηθήματα, οι πιο γλυκειές στιγμές της ύπαρξής μου θα σας γίνουν γνωστές, όσο γνωστές είναι σε μένα την ίδια.

Κατ’αρχήν αγαπητή φίλη, θα σας μιλήσω για τα πρώτα μου χρόνια, αφού αυτά στάθηκαν το προοίμιο της ζωής μου όλης, καθώς η αγάπη μου για την ζωγραφική εκδηλώθηκε ήδη από την παιδική μου ηλικία. Μ’έβαλαν σε μοναστήρι στα έξι μου χρόνια και έμεινα εκεί ώς τα έντεκα. Στο διάστημα αυτό, χρωμάτιζα χωρίς σταματημό ό,τι έβρισκα. Τα τετράδιά μου, ακόμα και αυτά των συμμαθητριών μου τα γέμιζα στα περιθώρια με μικρά κεφάλια ανφάς και προφίλ. Επίσης στους τοίχους των κοιτώνων σχεδίαζα με κάρβουνο μορφές και τοπία. Για όλ’αυτά πρέπει να καταλάβετε ότι συχνά μ’έβαζαν τιμωρία. Έπειτα, στις στιγμές της αναψυχής, σχεδίαζα στην άμμο ό,τι μου περνούσε απ’το μυαλό. Θυμάμαι ότι σε ηλικία επτά ή οκτώ ετών, σχεδίασα στο φως της λάμπας έναν άνδρα με γενειάδα, ένα σχέδιο που το φύλαξα για πάντα. Το έδειξα στον πατέρα μου, ο οποίος αναφώνησε όλο χαρά:

« Θα γίνεις ζωγράφος παιδί μου, και τίποτε άλλο. »

 

Σας τα είπα όλ’ αυτά για να σας δείξω μέχρι ποίου σημείου το πάθος της ζωγραφικής υπήρξε σε μένα έμφυτο. Το πάθος αυτό δεν εξασθένησε ποτέ. Πιστεύω ότι μάλλον ενισχύθηκε με τον καιρό αφού και σήμερα ακόμα νοιώθω την ίδια έλξη που ελπίζω πως θα σβήσει μόνο όταν τελειώσει η ζωή μου.

Σ’αυτό, φυσικά το θεϊκό πάθος οφείλω όχι μόνο την περιουσία μου, αλλά και την ευτυχία μου αφού τόσο στα νιάτα μου όσο και τώρα, καθόρισε τις σχέσεις ανάμεσα σε μένα και σε ό,τι πιο αξιαγάπητο, πιο διακεκριμένο υπήρχε στην Ευρώπη, από άντρες και γυναίκες. Η ανάμνηση των τόσων αξιόλογων ανθρώπων που γνώρισα, προσθέτει συχνά μια γοητεία στην μοναξιά μου. Ζω ακόμα μαζί μ’ εκείνους που δεν υπάρχουν πια, και πρέπει να ευχαριστήσω την Θεία Πρόνοια που μου άφησε την ανάμνηση μιας παρελθούσας ευτυχίας.

Στο μοναστήρι η υγεία μου ήταν πολύ εύθραυστη, τόσο που ο πατέρας και η μητέρα μου έρχονταν συχνά να με πάρουν για να περάσω μερικές μέρες μαζί τους, κάτι που μου ήταν πολύ ευχάριστο από κάθε πλευρά. Ο πατέρας μου, που λεγόταν Vigée, ζωγράφιζε πολύ καλά με παστέλ. Υπάρχουν πορτραίτα του αντάξια του διάσημου Latour. Έφτιαξε και πίνακες με λαδομπογιά, στο ύφος του Watteau. Ένας που έχετε δει στο σπίτι μου έχει ωραία χρώματα κι είναι ζωγραφισμένος με ζωντάνια.

Αλλά ας επιστρέψω στις χαρές που έβρισκα στο σπίτι της μητέρας μου: θα σας πω ότι ο πατέρας μου μού επέτρεπε να ζωγραφίζω ορισμένα κεφάλια με παστέλ και με άφηνε να μουτζουρώνω όλη μέρα με τα χρώματά του.

Ο ίδιος αγαπούσε τόσο πολύ την τέχνη του που αυτό το πάθος τον απορροφούσε τελείως. Θυμάμαι μία μέρα που είχε ντυθεί με τα καλά του για να πάει να δειπνήσει στην πόλη. Βγήκε έξω αλλά τότε σκέφτηκε τον πίνακα που είχε ξεκινήσει και γύρισε στο σπίτι με την πρόθεση να τον ξαναπιάσει. Έβγαλε την περούκα του, έβαλε τον νυχτικό του σκούφο και ξαναβγήκε, φορώντας τον σκούφο, το χρυσοποίκιλτο πανωφόρι του, το σπαθί του κλπ. Αν δεν υπήρχε ένας γείτονας που του επέστησε την προσοχή, θα είχε βγει έτσι ντυμένος στην πόλη.

Ο πατέρας μου ήταν πολύ πνευματώδης. Η χαρούμενη φύση του ήταν μεταδοτική σε όλους, και αρκετοί έρχονταν να τους κάνει το πορτραίτο μόνο για να απολαύσουν τις ευχάριστες συζητήσεις του. Ίσως να ξέρετε ήδη το παρακάτω ανέκδοτο: κάποια μέρα που έφτιαχνε το πορτραίτο μιας αρκετά όμορφης γυναίκας, αντελήφθη ότι ενώ ζωγράφιζε το στόμα της, η γυναίκα έκανε συνεχώς γκριμάτσες προκειμένου να το κάνει να φανεί μικρότερο. Έχοντας χάσει την υπομονή του με τα κόλπα της, ο πατέρας μου της είπε με μεγάλη ψυχραιμία: «Μην βασανίζεστε τόσο κυρία μου. Αφού δεν το θέλετε καθόλου, εγώ μπορώ να σας φτιάξω και χωρίς στόμα».

Η μητέρα μου ήταν πολύ όμορφη. Φαίνεται και από το πορτραίτο με παστέλ που της έχει κάνει ο πατέρας μου, κι από την ελαιογραφία της που έφτιαξα εγώ πολύ αργότερα. Είχε μια λιτή σοφία. Ο πατέρας μου την λάτρευε σαν θεά. Αλλά οι διάφορες κοκέτες τού έπαιρναν τα μυαλά. Κάθε πρωτοχρονιά ήταν για εκείνον μέρα γιορτής: διέτρεχε με τα πόδια όλο το Παρίσι, χωρίς να επισκέπτεται κανέναν, μόνο για να μπορέσει ν’αγκαλιάσει όλες τις μικρούλες που θα συναντούσε, με την πρόφαση ότι τους ευχόταν καλή χρονιά.

Η μητέρα μου ήταν πολύ ευλαβής. Κι εγώ επίσης είχα την ίδια θέρμη. Παρακολουθούσαμε μαζί την θεία λειτουργία, πηγαίναμε μαζί στα μυστήρια. Ιδίως την Σαρακοστή δεν λείπαμε ποτέ, ούτε απ’τον εσπερινό. Πάντα αγαπούσα τους θρησκευτικούς ύμνους και ο ήχος του εκκλησιαστικού οργάνου μου έκανε τέτοια εντύπωση που έκλαιγα χωρίς σταματημό. Στη συνέχεια ο ήχος αυτός μου θύμιζε πάντα την απώλεια του πατέρα μου.

Κείμενο: Λητώ Σεϊζάνη

Πρώτη δημοσίευση: peopleandideas.gr, 2014


Εκτύπωση   Email