Η Λητώ Σεϊζάνη σας προτείνει έξι βιβλία που διάβασε φέτος
Τα καλά βιβλία σπανίζουν.
Ή μάλλον, ας το θέσουμε διαφορετικά: μέσα στην πληθώρα των σκουπιδιών που εκδίδονται κάθε χρόνο και οι συγγραφείς τους μαζί με τους εκδότες τους τα ονομάζουν βιβλία, είναι δύσκολο να αναζητήσεις και τελικά να βρεις κάτι καλό.
Τα λογοτεχνικά βραβεία, διεθνή ή τοπικά, είναι ίσως μια πυξίδα, όπως και οι προτάσεις ορισμένων κριτικών ή άλλων ανθρώπων του χώρου που εμπιστευόμαστε. Ακόμα καλύτεροι είναι οι τίτλοι που μας συστήνουν γνωστοί και φίλοι, οι οποίοι έχουν τα ίδια γούστα μ’ εμάς. Είναι ένας τρόπος κι αυτός για να φιλτράρουμε τα βιβλία.
Αν το βραβείο Νόμπελ της λογοτεχνίας μας έχει συχνά απογοητεύσει διότι μπορεί να βασίζεται σε πολιτικές αποφάσεις και μόνο, το βραβείο Booker κάνει κατά τη γνώμη μου καλύτερες επιλογές. Υπάρχουν και τα επίσης έγκυρα γαλλικά βραβεία, πραγματικοί θεσμοί στη Γαλλία, τα Goncourt και Renaudot, υπάρχουν αντίστοιχα βραβεία στην Ιταλία, στην Γερμανία, στον Καναδά και σε άλλες χώρες.
Κάπως έτσι καταλήγουμε να επιλέγουμε τα βιβλία που θα διαβάσουμε. Ένα ωραίο εξώφυλλο, ένα ελκυστικό κείμενο στο οπισθόφυλλο, ένα βιβλίο που μας χαρίζουν, αυτοί είναι συνήθως οι τρόποι για να προχωρήσουμε στο διάβασμα ενός βιβλίου. Επειδή και το οικονομικό είναι σημαντικό ζήτημα, μπορεί να μας επηρεάσει και η τιμή. Ευτυχώς υπάρχουν και παλαιοβιβλιοπωλεία για συλλέκτες αλλά και για όσους αναζητούν μεταχειρισμένα σε καλή κατάσταση. Υπάρχουν και ψηφιακά βιβλία για όποιον θέλει να έχει πολλά βιβλία μαζί του χωρίς να κουβαλάει το φυσικό βάρος του χαρτιού.
Ακολουθεί η λογοτεχνία την γενικότερη παρακμή της εποχής; Φυσικά. Υπερβολικά μεγάλη παραγωγή και χαμηλή ποιότητα περιεχομένου. Ένα είδος fast-food και εδώ. Υπάρχουν και εξαιρέσεις. Δεν γράφουν όλοι αισθηματικά ή αστυνομικά για «νέους ενήλικες» -τι διαχωρισμός κι αυτός! Κάποιοι είναι σε θέση να γράψουν ακόμα ποιοτική λογοτεχνία.
Έκανα τόσο μεγάλο πρόλογο για να σας παρουσιάσω έξι βιβλία που διάβασα τη χρονιά που πέρασε. Ορισμένα έχουν εκδοθεί παλιότερα και άλλα είναι πιο πρόσφατα. Γιατί τα ξεχώρισα; Διότι τα καλά βιβλία δεν έχουν ηλικία, διαβάζονται κάθε στιγμή, διαβάζονται πολλές φορές. (Ξεκαθαρίζω, πάντως, ότι πρόκειται για προσωπικές προτιμήσεις και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν γνωρίζω αν οι μεταφράσεις στα ελληνικά είναι επιτυχημένες διότι τα διάβασα στο πρωτότυπο).
1. Han Kang: Η χορτοφάγος
Η συγγραφέας Han Kang από την N.Κορέα τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ 2024.
Αν και καταλαβαίνω ότι «Η χορτοφάγος» είναι μια ιστορία γεμάτη μεταφορές - ο άνθρωπος, η φύση, τα ζώα, η σύνδεση όλων ή μάλλον η απόσταση που έχουμε πάρει εμείς οι άνθρωποι από τη φύση και τα ζώα-, δεν παύει να είναι ένα πολύ λυπητερό και σκληρό βιβλίο, κυρίως σε ό,τι αφορά τις ανθρώπινες σχέσεις. Την ευτυχία δεν βρήκε η χορτοφάγος κοντά στον άντρα της που δεν την καταλάβαινε, την βρήκε όμως για πάρα πολύ λίγο κοντά στον άντρα της αδελφής της που την επιθυμούσε για δικούς του λόγους. Είναι, σε τελική ανάλυση, ένα βιβλίο που κριτικάρει την κοινωνία με τις συμβάσεις της. Καταλαβαίνω ότι δεν μπορεί να αρέσει σε όλους γιατί έχει κάτι το ακραίο και αρρωστημένο αλλά οπωσδήποτε έχει και ένα μήνυμα που δεν μπορούμε να το παραβλέψουμε.
2. Solvej Balle: On the calculation of volume I
(Το διάβασα στα αγγλικά, δεν ξέρω αν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Ήταν υποψήφιο για το βραβείο Booker και εκδόθηκε μερικές εβδομάδες πριν το lockdown στην Δανία.)
Πόσες φορές θα αντέχατε να ξαναζήσετε την 18η Νοεμβρίου; Μια φορά τον χρόνο είναι καλά. Αλλά όταν αυτή η μέρα επαναλαμβάνεται συνεχώς, όταν κάθε μέρα είναι 18η Νοεμβρίου, με τα ίδια γεγονότα, τις ίδιες καιρικές συνθήκες, τότε συνειδητοποιείς ότι υπάρχει ένα ρήγμα στον χρόνο, κάτι δεν πάει καλά, έχεις εγκλωβιστεί σε μια κατάσταση που δεν είναι φυσιολογική και δεν ξέρεις πώς να βγεις από εκεί για να συνεχίσεις τη ζωή σου όπως οι άλλοι άνθρωποι.
Περιγραφή μιας ημέρας με όλες της τις λεπτομέρειες. Μια ημέρα της μαρμότας που δεν είναι αστεία ή διασκεδαστική, αλλά εφιαλτική και κλειστοφοβική. Θυμίζει τον Τοίχο της Marlen Haushofer, κατά ένα παράξενο τρόπο ίσως και το “Never let me go” του Kazuo Ishiguro. Η μοναξιά, η επανάληψη, η ανικανότητα να ξεφύγει κανείς από τα νάζια του Χρόνου κάνουν τον αναγνώστη ν’αναρωτιέται αν πρόκειται για παραισθήσεις της αφηγήτριας ή για μια μεταφορά σχετικά με τις ημέρες της ρουτίνας του κάθε ανθρώπου.
Η συγγραφέας Solvej Balle από την Δανία, μετά την επιτυχία του πρώτου τόμου, γράφει τώρα την έβδομη συνέχεια του βιβλίου της.
3. Έρση Σωτηροπούλου: Η τέχνη να μην αισθάνεσαι τίποτα
Τα τελευταία δύο χρόνια διαβάζουμε ότι η Ελληνίδα συγγραφέας είναι στα ονόματα της λίστας για το βραβείο Νόμπελ.
Αυτή η συλλογή διηγημάτων μου άρεσε αρκετά, αν και κάποιες λέξεις έμοιαζαν αταίριαστες με το σύνολο και ήταν σαν να ήθελαν να χαλάσουν την ατμόσφαιρα ποιητικής ματαιότητας που επικρατούσε ως γενικό συγγραφικό ύφος. Παρ’όλ’αυτά βρήκα το βιβλίο αρκετά αξιόλογο και ξεχώρισα τα τρία εμφανώς αυτοβιογραφικά διηγήματα, «Τίκτεται», «Το πρόσωπο στη φωτογραφία» και «Επιστροφή στις Βάσσες». Κατά παράξενο τρόπο «Το πρόσωπο στη φωτογραφία» μου θύμισε κάπως το ποίημά μου «Ένα γνωστό μου πρόσωπο» ενώ η «Επιστροφή στις Βάσσες» μου έφερε στο μυαλό την δική μου εμπειρία από την πρώτη επίσκεψη σ’αυτό τον τόπο αλλά και από όσες ακολούθησαν, καθώς και το ποίημά μου με τίτλο «Ο σοβαρός ναός».
Βιβλία της Έρσης Σωτηροπούλου είχα διαβάσει και στο παρελθόν, τώρα με τις αναφορές στην πιθανότητα βράβευσής της, είπα να διαβάσω και κάποια ακόμα. Πιστεύω ότι είναι όντως μια διαφορετική φωνή. Εν τούτοις δεν μπορώ να πω ότι είναι ακριβώς μια φωνή που εμένα προσωπικά μπορεί να μου δημιουργήσει πλήρη ενθουσιασμό, αναγνωρίζω πάντως τις αρετές της.
4.Shaun Bythell: Το ημερολόγιο ενός βιβλιοπώλη
Ίσως το πιο ευχάριστο και διασκεδαστικό βιβλίο που έπεσε πρόσφατα στα χέρια μου. Εμπνεόμενος από κάποιες αντίστοιχες αναμνήσεις του Όργουελ, ο συγγραφέας κρατάει ημερολόγιο με τις εμπειρίες από την ζωή του σε μια απομακρυσμένη περιοχή της Σκωτίας. Είναι ιδιοκτήτης παλαιοβιβλιοπωλείου και περιγράφει τους ιδιόρρυθμους πελάτες του, την διαδικασία της αγοράς και της πώλησης μεταχειρισμένων βιβλίων μαζί με αναφορές στους συνεργάτες του, στις σπάνιες εκδόσεις που ανακαλύπτει, στα πενιχρά οικονομικά του καθώς έχει να ανταγωνιστεί τους κολοσσούς του ίντερνετ και άλλα πολλά. Επίσης και οι προτιμήσεις του στη λογοτεχνία έχουν ενδιαφέρον και γενικά το βιβλίο είναι ό,τι πρέπει για βιβλιοφάγους. Ο φλεγματικός χαρακτήρας του αφηγητή, το χιούμορ του, οι ανεκδιήγητες απαιτήσεις των πελατών του και οι συνήθειες των εκκεντρικών υπαλλήλων του, συνθέτουν ένα μοναδικό και ειλικρινές ημερολόγιο ενός ανθρώπου που προσπαθεί να επιβιώσει σ’ένα περιβάλλον, το οποίο αγαπάει αλλά ξέρει ότι οικονομικά είναι ασύμφορο.
5. Martin Walser: Ο άντρας που ήξερε ν΄αγαπάει
Μια αριστουργηματική ιστορία αγάπης με πρωταγωνιστή τον μεγάλο Γερμανό ποιητή Γκαίτε που στην δύση της ζωής του, ήδη διάσημος και αξιοσέβαστος, ερωτεύεται μια νεαρή κοπέλα, την Ουλρίκε. Η δύναμη αυτού του πάθους μαζί με την συγγραφική δεινότητα του Μάρτιν Βάλζερ, η ποίηση που διαπερνάει αυτό τον καταδικασμένο έρωτα, μας συνεπαίρνει, μας παρασέρνει και ειδικά αν είμαστε μιας ηλικίας και ωριμότητας, μας κάνει να συμπάσχουμε και να θλιβόμαστε.
6. Goliarda Sapienza: Ραντεβού στο Ποζιτάνο
Η Ιταλία (και μαζί της η υπόλοιπη Ευρώπη) ανακαλύπτει τα βιβλία της Γκολιάρντα Σαπιέντσα (1924-1996). Σ’αυτό το βιβλίο, η συγγραφέας που τονίζει την αριστερή αντι-φασιστική πολιτική της τοποθέτηση, μιλάει για την φιλία της με μια γυναίκα της αριστοκρατίας, με την οποία κανονικά δεν θά’πρεπε να την συνδέουν πολλά. Οι δυό τους, όμως, γίνονται επιστήθιες φίλες με φόντο το σπίτι της Έρικα στο Ποζιτάνο. Η Γκολιάρντα ακούει και καταγράφει όλες τις εκμυστηρεύσεις από την ζωή της φίλης της που έχει περάσει πολλές ευτυχισμένες και τραγικές στιγμές. Καλογραμμένο, σου κρατάει το ενδιαφέρον, αν και σε κάποια σημεία νοιώθεις ότι το συγγραφικό ύφος έχει και κάτι το ξεπερασμένο. Δίπλα στη μορφή της Έρικα, πρωταγωνιστεί και το τοπίο, το μαγικό και παντοδύναμο.
Ο τελευταίος σύντροφος της Γκολιάρντα Σαπιέντσα, Άντζελο Πελλεγκρίνο, σκιαγραφεί το πορτραίτο της στον επίλογο του βιβλίου και μιλάει για την αντιφατική και ενδιαφέρουσα προσωπικότητά της:
«Στην πραγματικότητα αυτό που μπορούσε να συλλαμβάνει στον καθέναν ήταν ο παιδικός πυρήνας του, που με τα χρόνια είχε λίγο πολύ θαφτεί, και μιλώντας του τον ξανάφερνε στο φως».
Κείμενο: Λητώ Σεϊζάνη
Νοέμβριος 2025
