«Our Town» ή όπως συνήθως μεταφράζεται στα ελληνικά «Η Μικρή μας Πόλη», είναι θεατρικό έργο του Thornton Wilder (δημοσιευμένο το 1938) σε τρείς πράξεις, στο οποίο ο χρόνος, ο τόπος και η πλοκή εισάγονται, κατευθύνονται και σχολιάζονται από τον συνεχώς παρόντα Διευθυντή Σκηνής και Αφηγητή. Ένα έργο που αγαπήθηκε και συνεχίζει να συγκινεί χάρη στο διαχρονικό μήνυμά του.
Το έργο ξεκινάει με την σκηνική οδηγία “Χωρίς σκηνικά , χωρίς αυλαία”. Μόνο μερικές καρέκλες και ενίοτε ένα τραπέζι. Κι αυτό οφείλεται, όπως δηλώνει ο ίδιος ο συγγραφέας σε εισαγωγικό σημείωμα, στην πρόθεσή του να απαλλαγεί από την υπερφόρτωση της σκηνής με αντικείμενα που περιορίζουν την δράση σε μία στιγμή στο χρόνο και στον χώρο. Ο Θόρντον Ουάιλντερ (1897-1975) με την απουσία σκηνικών επιδιώκει η προσωπική ζωή των ηρώων του να αντιπροσωπεύει και τους αμέτρητους «άλλους» στο χώρο και τον χρόνο.

( Ο συγγραφέας την εποχή της αποφοίτησής του από το Πανεπιστήμιο Yale. 1920 )
Στην πρώτη πράξη παρουσιάζεται η καθημερινότητα του Grovers Corner στο ΝewHamshire των ΗΠΑ, μια φανταστική μικρή πόλη το έτος 1901, κυρίως μέσα από από τις οικογένειες των Γκιμπς και των Γουεμπ. Από δύο παιδιά η κάθε οικογένεια, ο κ. Γκιμπς είναι γιατρός, ο κ. Γουέμπ είναι ο εκδότης της τοπικής εφημερίδας. Η κόρη των Γουέμπ, Εμιλυ είναι άριστη μαθήτρια και ομιλήτρια και δηλώνει ότι θέλει “όλη της τη ζωή να βγάζει λόγους”. Ο συνομήλικός της γιός των Γκιμπς, Τζώρτζ θέλει να αναλάβει ως αγρότης την φάρμα του θείου του, αφού σπουδάσει το αντικείμενο. Παρακολουθούμε κάθε μέρα τις δύο νοικοκυρές να ετοιμάζουν τα γεύματα και να φροντίζουν το σπίτι και το κήπο τους, τα παιδιά να φεύγουν το πρωί για το σχολείο και οι άντρες για την δουλειά, και το δειλινό να συγκεντρώνονται πάλι όλοι στο σπίτι. Η μέρα διανθίζεται με τις κουβέντες που ανταλλάσουν με τον γαλατά, τον εφημεριδοπώλη, τον εφημέριο, ή τον αστυνόμο.
Η επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα είναι ευχάριστη, ήρεμη και ειδυλλιακή λόγω και της άμεσης επαφής με τη φύση και οι κάτοικοι της πόλης, κυρίως αγρότες, είναι ικανοποιημένοι από τη ζωή τους.
Στην αρχή της δεύτερης πράξης, που εκτυλίσσεται τρία χρόνια αργότερα, ο Αφηγητής με πικρό σαρκασμό, μας αποκαλύπτει ότι η πρώτη πράξη ονομάζεται «Καθημερινή Ζωή» η δεύτερη «’Έρωτας και Γάμος» και «υπάρχει και τρίτη πράξη μετά από αυτήν, υποθέτω ότι μπορείτε να μαντέψετε περί τίνος πρόκειται». Απλώνει έτσι μια σκιά θλίψης και ματαιότητας σε αυτή την σκηνή όπου μαθαίνουμε πως η παιδική φιλία του Τζωρτζ και της Έμιλυ εξελίχθηκε σε εφηβικό έρωτα. Για χάρη του έρωτα, οι δύο νέοι έχουν εγκαταλείψει τα παιδικά τους όνειρα, και παρακολουθούμε τον γάμο τους, τον “ωραιότερο γάμο που έχει δεί” κατά μία γειτόνισσα της οικογένειας.

(Φωτογραφία από θεατρική παράσταση με την συμμετοχή του ίδιου του συγγραφέα)
Τρίτη πράξη. Η απλή καθημερινότητα που περιγράφεται στην πρώτη πράξη και ο σημαντικός σταθμός στην ζωή που περιγράφεται στην δεύτερη, αποκτούν άλλη διάσταση στο τρίτο μέρος του έργου, που μας φέρνει με μακάβριο τρόπο, αντιμέτωπους με το αναπόφευκτο και μη αναστρέψιμο τέλος.
Η τελευταία πράξη εκτυλίσσεται μετά από άλλα εννέα χρόνια. Όπως μας ενημερώνει ο Αφηγητής βρισκόμαστε στο νεκροταφείο. Στο δεξιό μέρος της σκηνής κάθονται, σε τρεις σειρές καρέκλες, οι πιο πρόσφατοι νεκροί, κοιτώντας προς το κοινό. Παρακολουθούν στα αριστερά τους μια νεκρική πομπή. Είναι η κηδεία της Έμιλυ, που στα 26 της, έχει πεθάνει στην δεύτερη γέννα της. Η νεκρή Έμιλυ έρχεται και κάθεται δίπλα στην, ήδη πεθαμένη, πεθερά της. Έχει ήδη περάσει στον κόσμο των νεκρών, όμως δεν έχει ξεχάσει ακόμη την ζωή της και μιλάει με ενθουσιασμό για τη φάρμα που διατηρούν με τον Τζωρτζ. Ζητάει, όπως δικαιούται, να γυρίσει για λίγο στην ζωή της. Όλοι την αποθαρρύνουν, και ο αφηγητής την προειδοποιεί ότι δεν θα ζήσει απλώς αυτή τη μέρα αλλά θα παρακολουθεί και τον εαυτό της να την ζει, γνωρίζοντας το μέλλον.
Επιστρέφει λοιπόν την ημέρα των δωδέκατων γενεθλίων της, μια, κατά τα άλλα, συνηθισμένη μέρα της ζωής της. Το πρωινό εκτυλίσσεται ευχάριστα όπως παρουσιάζεται και στην πρώτη πράξη, όμως η Έμιλυ συνειδητοποιεί ότι οι πολυάσχολοι ζωντανοί δεν αντιλαμβάνονται πόσο πολύτιμη είναι κάθε στιγμή της καθημερινότητας τους. Εκλιπαρεί σπαρακτικά αλλά εις μάτην, την μητέρα της «να την κοιτάξει για ένα λεπτό σαν να την βλέπει πραγματικά». Αναστατωμένη, αφού αποχαιρετήσει νοερά για πάντα τους δικούς της, την πόλη της,« το φαγητό και τον καφέ, τα φρεσκοσιδερωμένα φορέματα και τα ζεστά μπάνια, τον ύπνο και το ξύπνημα» επιστρέφει στον κόσμο των νεκρών και στη λησμονιά ενώ, όπως μας ενημερώνει ο Αφηγητής, η ζωή στο χωριό συνεχίζεται όπως πάντα.

Τελειώνοντας την θέαση ή την ανάγνωση, δεν μπορείς να μην σκεφτείς ότι θα έπρεπε να είσαι ευγνώμων για όλα τα μικρά πράγματα της ζωής και ότι η μοναδική αξία της ζωής του καθενός, δεν μειώνεται καθόλου από το γεγονός ότι τα βασικά της χαρακτηριστικά είναι παρόμοια με αυτά αμέτρητων άλλων οπουδήποτε στη γη και στον χρόνο. Είναι εφικτό να ζείς συνεχώς έχοντας συνείδηση ότι αυτή η πεπερασμένη ζωή σου δόθηκε και μόνο αυτή; Αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι όσο ζουν πόσο πολύτιμη είναι η κάθε μέρα της ζωής τους; Ο Thornton Wilder, μέσω του Αφηγητή απαντά «Όχι. Οι άγιοι και οι ποιητές ίσως. Μερικοί». Ωστόσο, η εντύπωση που αποκόμισα εγώ είναι μια προτροπή τουλάχιστον να το προσπαθήσουμε..
Ένα έργο για την ανθρώπινη μοίρα, πικρό και τρυφερό συνάμα.
Κείμενο: Μερόπη Σανοπούλου
Σ.Σ Την φωτογραφία από την σκηνή του γάμου είδαμε στο monopoli.gr
