Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;

Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;

Μυστικά καλά κρυμμένα, άφθονες δόσεις γαμήλιας υστερίας, εύθραυστες ισορροπίες. Νομίζω πως λίγες ταινίες περιέπλεξαν τόσο την αγάπη, το μίσος, το πλήγωμα, το θυμό όσο το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ».

Η αντανάκλαση του φλογερού ειδυλλίου και παθιασμένου έρωτα των πρωταγωνιστών Ελίζαμπεθ Τέιλορ και Ρίτσαρντ Μπάρτον στη ζωή τους, δυναμιτίζει την ταινία και καθηλώνει έναν θεατή που προσπαθεί να συμμετέχει μέσα στις προσωπικές εξομολογήσεις των πρωταγωνιστών.

Ο Τζορτζ και η Μάρθα, ένα νευρωτικό ζευγάρι μέσης ηλικίας, προσκαλεί σε γεύμα στο σπίτι τους ένα ζευγάρι νέων. Οι εντάσεις είναι λεπτές, οι ισορροπίες ευάλωτες, ο αγώνας για επικράτηση, ένα κοινό στοιχείο της εγωιστικής ανθρώπινης φύσης που θέλει να κυριαρχεί, έκδηλος.

Ταινία παραγωγής 1966, σκηνοθεσίας Mike Nichols και σε σενάριο του Έρνεστ Λέμαν. Το σενάριο είναι βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Έντουαρντ Άλμπι και κατά τη γνώμη μου, προσπαθεί ως ένα βαθμό να διακριθεί από το αυθεντικό και να αποκτήσει δική του αυτονομία.

 https://www.ideostrovilos.gr/images/blog/texnes/Actors/3.png

Η Ελίζαμπεθ Τέιλορ στην καλύτερη (για εμένα), υποκριτικά στιγμή της, μία ώριμη γυναίκα μέσης ηλικίας με περισσότερα κιλά (πήρε 14 κιλά για το ρόλο) η οποία δε θυμίζει την εκρηκτική καλλονή με τα λαμπερά βιολετί μάτια στις πρώτες της ταινίες. Αλλά παραμένοντας γοητευτική. Και ένας Μπάρτον με έναν ρόλο συμβολικό των δαιμόνων με τους οποίους πάλευε και στην πραγματική του ζωή, μία ρεαλιστική αποτύπωση των αδιεξόδων στα οποία οδηγεί μία προβληματική σχέση με σαθρά θεμέλια.

Η ζύμωση του μεσήλικου ζευγαριού με τα δύο νέα άτομα είναι ένας συμβολισμός του χάσματος των γενεών, το οποίο όμως εξοβελίζεται καθώς όπως αποδεικνύεται, το αδιέξοδο των σχέσεων είναι υπόθεση κάθε ηλικίας.

Ο Ρίτσαρντ Μπάρτον βιώνει την αποκαθήλωση των παθών του, σε πείθει για το υπαρξιακό του αδιέξοδο ως εγκλωβισμένος σύζυγος επειδή στην ουσία, μεταφέρει αυτούσιο το προσωπικό του βίωμα. Μέσα από την τρικυμιώδη σχέση του με την Ελίζαμπεθ, καταφέρνει να αναπαραστήσει την αγωνία ενός ανθρώπου που προσπαθεί να κρατήσει ζωντανό έναν έρωτα που έχει καταρρεύσει.

Η Τέιλορ στο δεύτερο Όσκαρ της καριέρας της (το πρώτο το είχε κερδίσει για την ταινία Butterfield 8 το 1960). Ενώ όλοι οι πρωταγωνιστές της ταινίας προτάθηκαν για Όσκαρ, αποτελώντας την ταινία που κατάφερε να λάβει υποψηφιότητα για τις σημαντικότερες κατηγορίες του διαγωνισμού.

Σεξουαλικά υπονοούμενα, αποδόμηση του θεσμού του γάμου, διαμάχη ανάμεσα στα δύο φύλα, πρωτότυπη αντιμετώπιση μίας προβληματικής σχέσης με τη συμμετοχή τρίτων. Αρκετές βωμολοχίες, μία «βρώμικη» γλώσσα που αναδεικνύει την κούραση της μεσήλικης Μάρθας ζώντας μία ζωή που την αφήνει ψυχικά και σεξουαλικά ανικανοποίητη.

Βραβείο Β’ Γυναικείου ρόλου και για τη Σάντι Ντένις, με έναν Μπάρτον να χάνει (αδίκως) το Όσκαρ από τον Πολ Σκόφιλντ.

https://www.ideostrovilos.gr/images/blog/texnes/Actors/4.png

Θεωρώ τη συγκεκριμένη μία από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, άπτεται του διαχρονικού και ακανθώδους θέματος της δυσκολίας των ανθρώπινων και δη, των ερωτικών σχέσεων.

Και πάνω από όλα, είναι μία μυθική υποκριτική συνάντηση του πιο μαγικού ζευγαριού που γνώρισε η οθόνη, δίνοντάς σου την ευκαιρία να πάρεις μία γεύση από το πόσο παθιασμένη, αδιέξοδη, ταλαντωμένη ήταν η σχέση τους.

  Κείμενο: Μαρία Σκαμπαρδώνη


Εκτύπωση   Email