Το παράδοξο της ψυχής μου

Το παράδοξο της ψυχής μου

Ένα ποίημα, άνοιγμα ψυχής. Από την Ευαγγελία Παπαδοπούλου.

Πέρασα τα σαράντα κύματα

Για να είμαι εδώ σήμερα

Σάλπαρα στα κρύα νερά

Της αβύσσου

Και ναυάγησα στα σκοτεινά πελάγη

Πνίγηκα από το αλάτι

Και τυφλώθηκα από τις αστραπές

Έτρεμα τα κρύα βράδια

Και έκλαιγα χρυσό

Αγνάντευα τα άστρα

Όσο σε σκεφτόμουν

Αναπολούσα τη φωνή σου

Μα μόνο και μόνο η ύπαρξή σου ήταν αρκετή

Έμαθα να μένω μόνη

Χάθηκα στις σκέψεις μου

Και στις αράχνες

Όπως αυτές της Κωνσταντίνας

Κατέστρεψα τον εαυτό μου

Τον έκαψα και πέταξα τις στάχτες

Για να τον λησμονήσω

Και αναγκάστηκα να με ξαναδημιουργήσω

Το κενό χαρτί που μου έδωσες μου φαίνεται πολύ

Δεν με ξέρω τόσο ώστε να το γεμίσω

Εσύ όμως βιάζεσαι να μου το πάρεις

Και εγώ προσπαθώ,

Αλλά αργώ

Άλλη μία φορά είσαι απογοητευμένος

Και εγώ τώρα κάθομαι στο κρύο πάτωμα

Με δάκρυα στο πρόσωπό μου

Να κυλούν αδιάκοπα

Είναι τόσο καυτά που δε νιώθω πλέον

Το μυαλό μου χάνεται

Το μόνο που μπορώ να κάνω

Είναι να κοιτάξω επίμονα τον τοίχο

“Έρχονται οι μέρες του φωτός”, γράφει

Και το επαναλαμβάνω σιγανά

Ξανά και ξανά μέχρι να το πιστέψω

Σε ευχαριστώ.

Και θα στο πω

Όταν κατορθώσω να βρω την έξοδο

Από τους ιστούς που έφτιαξα

Τα βράδια εκείνα που το μυαλό μου με κατέστρεφε

Και οι σκέψεις μου θόλωναν τα πάντα

Τα βράδια εκείνα που τα χάπια της μιζέριας δεν με έκαναν καλά

Και οι τύψεις έφαγαν την ψυχή μου

Σε ευχαριστώ

Που με ρώτησες αν ζω ή αν πεθαίνω

Αν έχω φάει ή αν αντέχω

Αν βλέπω μαύρο ή άσπρο

Αν μπορώ και αν δε θέλω

Το σημερινό ηλιοβασίλεμα σε θυμίζει

Είσαι το ροζ, το κόκκινο, το πορτοκαλί

Τα σύννεφα πήραν τη μορφή σου.

Σε χαζεύω αμέριμνα εδώ και ώρα

Ομολογώ πως μου λείπεις

Κρατώ σφιχτά τις αναμνήσεις μας

για συντροφιά

Όσο ακολουθώ το αντίθετο μονοπάτι από το δικό σου

Είναι δύσβατο ομολογώ

Ζοφερό, τρομαχτικό

Περπατώ και το μόνο που μπορώ να ακούσω

Είναι το τίποτα

Και είναι τόσο ηχηρό, τόσο δυνατό

Που τα αυτιά μου ματώνουν

Και τα πόδια μου δεν προχωρούν

Μένω ακίνητη όσο βλέπω τις αράχνες

Με αγκαλιάζουν τόσο σφιχτά

Που νομίζω πως θα σκάσω

Είχα ανάγκη μια τέτοια αγκαλιά, θαρρώ

Ξάφνου, ακούω μία φωνή

Δεν είναι η δική σου

Μα με παρακαλεί

Να δώσω προσοχή

Το μυαλό μου κολυμπάει στον ωκεανό αυτό

Τερατώδης έχω να πω

Μα σε βλέπω εκεί

Και θυμάμαι τις καλές στιγμές που ζήσαμε

Και θα ζήσουμε

Και αυτό μοιάζει πολλά υποσχόμενο

Δε θέλω να το χάσω

Ούτε εσένα

Και έτσι νιώθω το σώμα μου να αλλάζει

Και με τρομάζει

Τα χέρια μου, γεμάτα δύναμη, σπρώχνουν τον ιστό

Και λίγο πριν με πνίξει

Κατορθώνω να αποδράσω

Και αρχίζω και τρέχω

Δεν ξέρω προς τα που

Δεν μπορώ να δω

Το σκοτάδι του ουρανού δε με αφήνει

Και αρχίζω και κλαίω

Κλαίω πάλι χρυσό

Νιώθω πως πνίγομαι σε αυτόν

Μπορώ πλέον να δω όμως

Ακούω μία φωνή

Και όσο την ακολουθώ

Η σελήνη με καθοδηγεί

Νιώθω πως πλησιάζω

Και νομίζω πως σε βλέπω στον ορίζοντα

Η μορφή σου είναι ακόμα γνώριμη

Και αυτό με χαροποιεί

Γιατί ακόμα παραμένεις κομμάτι της ζωής μου

Και γι’αυτό σε ευχαριστώ.

 

Ευαγγελία Παπαδοπούλου

 

 

 

 

 


Εκτύπωση   Email