Ο Φρανσουά Βιγιόν, ο Θάνος Μικρούτσικος και η μπαλάντα του ποιητικού διαγωνισμού του Μπλουά

Ο Φρανσουά Βιγιόν, ο Θάνος Μικρούτσικος και η μπαλάντα του ποιητικού διαγωνισμού του Μπλουά

 Σπουδή σκιαγράφησης του "καλόδεχτου, διωγμένου με κλοτσιές" François Villon, πρόδρομου των καταραμένων ποιητών και η μελοποίηση του από τον Θάνο Μικρούτσικο!

Ο Φρανσουά Βιγιόν, ο Θάνος Μικρούτσικος και η μπαλάντα του ποιητικού διαγωνισμού του Μπλουά by Ideostrovilos

15ος αιώνας, τέλος Μεσαίωνα, Γαλλία. Η ζωή για αυτούς που δεν ανήκουν στους ευγενείς ή στον ανώτερο κλήρο είναι ένας καθημερινός αγώνας επιβίωσης, ένα στοίχημα, μια ζαριά της τύχης. Και όπως σ’όλα τα τυχερά παιχνίδια αυτό εμπεριέχει μεγάλο ρίσκο αλλά και γοητεία. Ας πάρουμε την περίπτωση του ορφανού από πατέρα François de Montcorbier. Η πάμπτωχη μητέρα του ανέθεσε την ανατροφή του παιδιού στον εφημέριο Guillaume de Villon, του οποίου και το επώνυμο έλαβε αυτός που πέρασε στην ιστορία της λογοτεχνίας ως François Villon.

Αν και πολλά γεγονότα της ζωής του έχουν φτάσει μέχρι τις ημέρες μας ακροβατώντας ανάμεσα στην αλήθεια και τον θρύλο, υπάρχουν έγγραφα κρατικά, αποφάσεις δικαστηρίων και απαλλακτικά βουλεύματα που δείχνουν ότι στα 32 γνωστά χρόνια της ζωής του ο Φρανσουά Βιγιόν δεν ήταν ακριβώς το παιδί που θα επιθυμούσε ο εφημέριος που τον μεγάλωσε!

Απόφοιτος του Πανεπιστημίου των Παρισίων στα 21 του, μέθυσος, γυναικάς και καυγατζής, φονιάς κατά λάθος ενός παππά στα 24 του, φυλακισμένος, εκτοπισμένος, αμνηστευμένος και ξανά πίσω στη φυλακή μετά από εμπλοκή σε μια διάρρηξη. H ενήλικη ζωή του :  μια αλληλουχία εκτοπισμών, διαρρήξεων, φυλακής αλλά και μεγάλων διαστημάτων όπου ο Βιγιόν περιπλανιέται στη γαλλική ύπαιθρο για να αποφύγει μια πιθανή νέα σύλληψη. Η ενδιάμεση ζωή του εκτός φυλακής και εξορίας ήταν μια περιπλάνηση ανάμεσα σε καπηλειά και πορνεία, άλλωστε οι πόρνες υμνούνται στα ποιήματά του. Η παραβατικότητα του ήταν τέτοιου βαθμού που κάποτε έφτασε μέχρι την αγχόνη. Σώθηκε τελευταία στιγμή, το 1463 χάρη στη μετατροπή της ποινής του σε δεκαετή εξορία μακριά από το Παρίσι. Τα ίχνη του έκτοτε χάθηκαν και δεν ξανακούστηκε τίποτα, ποτέ ξανά για αυτόν.

Ο Φρανσουά Βιγιόν, ο Θάνος Μικρούτσικος και η μπαλάντα του ποιητικού διαγωνισμού του Μπλουά by Ideostrovilos

Τίποτα, όχι βέβαια! ‘Εμεινε η ποίησή του. Γιατί η ποίηση αυτού του λόγιου-αλήτη έλαμψε μέσα στα θολά απόνερα της προσωπικής του ζωής. Με γλώσσα τολμηρή, θύτης και θύμα ταυτόχρονα ενός τρόπου ζωής και μιας εξουσίας που ειρωνεύεται, οικτίρει και χλευάζει παρατηρώντας ταυτόχρονα με μάτι οξυδερκές και πονεμένο για τους παρίες και καταφρονεμένους. Οι αιώνες που μας χωρίζουν χαρίζουν μια αχλή στη σκιαγράφηση της ζωής του και στα «κατορθώματά» του, το έργο του όμως, αδιάψευστος μάρτυρας,  μας καλεί να συμφωνήσουμε με αυτούς που αποκάλεσαν τον Βιγιόν πρόδρομο των «καταραμένων ποιητών».

 Σε κάποια από τις περιπλανήσεις τα βήματά του τον φέρνουν στην αυλή του Δούκα της Ορλεάνης (ομότεχνού του ποιητή) στην πόλη Blois εκεί, στη διάρκεια ενός ποιητικού διαγωνισμού ο Βιγιόν έγραψε την ομώνυμη μπαλάντα, χωρίς ωστόσο να κερδίσει βραβείο ή κάτι, το αντίθετο μάλιστα, εξεδιώχθη της λογοτεχνικής αυλής του Δούκα! Η "Μπαλάντα του ποιητικού διαγωνισμού του Μπλουά" έγινε τραγούδι από τον Θάνο Μικρούτσικο το 2001 και απέδωσε όλο το δυναμισμό, την ειρωνεία και την κοινωνική διάσταση του ποιήματος.  ‘Αλλωστε, αυτό που κάνει την ποίηση του Βιγιόν να διαφέρει από τους ομότεχνούς του ποιητές του μεσαίωνα δεν είναι ο τρόπος γραφής αλλά το στοιχείο της κοινωνικής αδικίας που εισάγει στα ποιήματά του.

Πλάι στη βρύση πεθαίνω διψασμένος
Καίω σα φωτιά και τρεμοτουρτουρώ
Στον τόπο μου ενώ ζω, είμαι τέλεια ξένος
Κοντά στη στιά τα δόντια κουρταλώ.
Σα σκούλικας γυμνός στολή φορώ
Γελώντας κλαίω χωρίς ελπίδα πια
Κουράγιο παίρνω απ`την απελπισιά
Χαίρουμαι, κι όμως δεν έχω χαρές
Θεριό είμαι δίχως δύναμη καμιά
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Στ`αβέβαιο πάντα βρίσκω τ`ορισμένως
Το ξάστερο το βλέπω σκοτεινό
Διστάζω για ό,τι πλέρια είμαι πεισμένος
Για κάθε ξαφνικό φιλοσοφώ
Κερδίζω και χαμένος θε να βγω
Όταν χαράζει, λέω: «Καλή νύχτιά !»
Ξαπλώνω, λέω: «Θα φάω καμιά βροντιά !»
Είμαι πλούσιος κι όλο έχω αδεκαριές
Μαγκούφης, καρτερώ κληρονομιά
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Έγνοιες δεν έχω, κι είμαι ιδεασμένος
Πλούτια να βρω, μα δεν τα επιθυμώ
Απ`όσους με παινάνε προσβαλμένος
Και κοροϊδεύω ό,τι είναι σοβαρό.
Φίλο έχω όποιον με πείσει πως γλυκό
Κελάηδημα είν`της κάργιας η σκουξιά
Για όποιον με βλάφτει λέω πως μ`αγαπά
Το ίδιο μου είναι κι οι αλήθειες κι οι ψευτιές
Τα ξέρω όλα, δε νιώθω τόσο δα
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Πρίγκιπά μου μακρόθυμε, καμιά
Γνώση δεν έχω και μυαλό σταλιά,
Μα υπακούω στους νόμους.Τι άλλο θες;
Πώς; Τους μιστούς να πάρω, είπες, ξανά
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές;

Tα ποιήματά του Βιγιόν εκδόθηκαν στα ελληνικά το 1947 από το Γαλλικό Ινστιτούτο και είχαν την τύχη να έχουν μεταφραστεί από τον Σπύρο Σκιαδαρέση, σε μια μετάφραση που θεωρείται ακόμη ανεπανάληπτη. Οι έλληνες συνθέτες έχουν δείξει την αγάπη τους στην ποίηση του Βιγιόν. Πάνω από είκοσι μπαλάντες του έχουν μελοποιηθεί έως τώρα και είναι σίγουρο ότι ο κατάλογος θα αυξηθεί. Έξη αιώνες μετά!

Κείμενο : Μαριάννα Καραβασίλη


Εκτύπωση   Email