Τα σουτζουκάκια των αναμνήσεων μου

Τί γυρεύει μια γεωπολιτική ανάλυση του διωγμού του 1922 σε μια συνταγή με σουτζουκάκια;

Η εκ πατρός γιαγιά μου. Η γιαγιά Μαρία. Από τα Βουρλά της Μικράς Ασίας. Οικονομικό μετανάστη δεν θα την έλεγες. «Συνωστισμένη» στην αποβάθρα της Σμύρνης εκπατρίζεται. Στα καπάκια, επειδή σ’εκείνη τη πλευρά της αποβάθρας έλαχε νά'ναι λίγο πιο «συνωστισμένοι» οι άνθρωποι έχασε το ένα της παιδί, της πήρανε και τον άνδρα αιχμάλωτο οι τούρκοι. Δεν τον ξαναείδε. Μόνη, με τα δυο μικρότερα παιδιά απ’το χέρι πιασμένα κι’ενα τρίτο στη κοιλιά μπήκε στο πλοίο της ξενιτιάς. Πρόσφυγα θα την πεις.

Αυτά τότε που ο μεγαλοϊδεατισμός και μια σωρεία σφαλμάτων των ελλήνων έδωσαν λαβή στη εθνικιστική θύελλα των νεότουρκων να εκδιώξουν βάναυσα τους ρωμηούς από τις πατρογονικές εστίες τους. 1.220.000 πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία (σύμφωνα με την απογραφή του 1928) αν και ο αριθμός εικάζεται ότι ήταν πολύ μεγαλύτερος (1.500.000) τη χρονιά της καταστροφής. Οι κακουχίες, οι αρρώστιες και η υψηλή θνησιμότητα των πρώτων χρόνων επέδρασαν στη μείωση του αριθμού των προσφύγων.

Αλλά τί γυρεύει μια γεωπολιτική ανάλυση του διωγμού του 1922 σε μια συνταγή με σουτζουκάκια; Εννοείται πως γυρεύει. Γιατί Ιστορία δεν είναι μόνο γεγονότα, ημερομηνίες,νίκες, ήττες, συνθήκες, συμβάσεις και υπογραφές. Ιστορία είναι και οι άνθρωποι και οι ατομικές τους ιστορίες.

Όποτε κάνω σουτζουκάκια αναθυμούμαι την ιστορία της γιαγιάς μου. Τις δυσκολίες της ζωής της που συννέφιασαν το γαλανό της βλέμμα. Γιατί όταν έχεις να αναστήσεις τρία παιδιά μόνη, χωρίς πόρους, με τα βοηθήματα της επιτροπής προσφύγων αρχικά,  μάννα πατρίδα πάμπτωχη όπου η εγκατάσταση των νεοφερμένων σε πόλεις και σε χωριά ανά την Ελλάδα,σε σκηνές, παραπήγματα, δημόσια κτίρια μέχρι και σε θέατρα δεν ήταν και πολύ καλοδεχούμενη από τους γηγενείς, σκληραίνεις. Σκληραίνεις, πρώτα απ’όλα με τον εαυτό σου για να αντεπεξέλθεις στον αγώνα επιβίωσης και μεταφράζεις την τρυφερότητά σου σε εντατική δουλειά και άπειρη φροντίδα για τα παιδιά σου και τα εγγόνια αργότερα.

Αυτή η λίγο αυστηρή γιαγιά που το βλέμμα της ήταν διαταγή έφτιαχνε εξαίρετα τρία πράγματα : Φοινίκια, ντολμάδες και σουτζουκάκια, απαραίτητο μεζέ για το ουζάκι και εκ των ών ουκ ανευ πιάτο στα οικογενειακά τραπέζια. Εγώ τα θυμάμαι φρεσκοτηγανισμένα, στιβαγμένα σε πιατέλες και πιατελίτσες. Σκέτα, χωρίς σάλτσα. Πάντως όταν τα έβραζε σε σάλτσα θυμάμαι ότι έριχνε και μερικές πράσινες ελιές μέσα.

Εδώ η μεγάλη μου ξαδέλφη, που ζούσε μαζί με τη γιαγιά και την ήξερε από πρώτο χέρι, μας δίνει τη συνταγή :

Δεν υπήρχε γιορτή στο σπίτι που να μη σερβίραμε σουτζουκάκια,φτιαγμένα από τα μαγικά χέρια της γιαγιάς Μαρίας. Ακόμα τη βλέπω μπροστά μου με τα άσπρα της μαλλιά,τραβηγμένα σε κότσο, την πεντακάθαρη ποδιά της, ελαφρώς εκνευρισμένη από το άγχος της να τα προλάβει όλα. Τη νύφη βέβαια την πλήρωνα εγώ, καθώς ζούσαμε μαζί. .»»Κουνήσου μωρσή, βάλε κανένα τσεμπέρι στο κεφάλι μη πέσει καμιά τρίχα και γίνουμε ρεζίλι, έλα βοήθα με !»» Και εγώ πάντα πρόθυμη, όσο και αν έβραζα από μέσα μου, χωρίς να αντιμιλώ καθάριζα και ψιλόκοβα τέσσερις σκελίδες σκόρδο.Τις έριχνα στη τσίγκινη λεκάνη για να ανακατευτεί με τη μισή οκά κιμά, τις τρεις φέτες μουλιασμένο και καλά στυμμένο ψωμί, ένα αυγό, ένα κουταλάκι κύμινο, λίγο ξύδι, αλάτι και πιπέρι. Στη συνέχεια αναλάμβανε εκείνη το ζύμωμα και οι δυό μαζί το πλάσιμο, αφού προηγουμένως με έβαζε να πλύνω και να ξαναπλύνω τα χέρια μου …

 

Πρώτη δημοσίευση : www.peopleandideas.gr


Εκτύπωση   Email