Μητρός τε και πατρός

Μητρός τε και πατρός

Μερικές σκέψεις γύρω από την προέλευση κάποιων λέξεων και εκφράσεων

Η πατρίδα, τα πάτρια ή πατρώα ή πατρογονικά εδάφη μας συνδέουν με τον πατέρα μας όπως και το πατρικό μας σπίτι που μπορεί, παρ’όλ’αυτά, όπως συνηθιζόταν παλιότερα, να ανήκε στη μητέρα μας, να ήταν δηλαδή προίκα της όταν παντρεύτηκε. Για κάποιο λόγο, όμως, δεν λέμε το μητρικό σπίτι. Αντίθετα, λέμε μητρική γλώσσα γιατί θεωρούμε, φαίνεται, πως η μάνα μας μαθαίνει να μιλάμε. Επίσης λέμε «μητρώο» για σημαντικούς καταλόγους που περιλαμβάνουν στοιχεία της ταυτότητάς μας.

Ήταν για μας τους Έλληνες μια παράξενη αντίφαση το τουρκικό πολιτικό κόμμα της «Μητέρας πατρίδας», δηλαδή μάνα και πατέρας μαζί.

Οι Γερμανοί ανατριχιάζουν όταν ακούν τη λέξη «φάτερλαντ», χώρα του πατέρα δηλαδή, που την έχουν συνδέσει με τον ναζισμό. Όποιος έχει δει την ταινία «Καμπαρέ» το ξέρει. Στη θέση της προτιμούν σήμερα τη λέξη «χάϊματ» που σημαίνει επίσης πατρίδα με την έννοια του σπιτιού.

Τα λατινικά ακολούθησαν τα ελληνικά στην επιλογή της λέξης και έτσι σήμερα στην Ιταλία και Γαλλία «patria, patrie» σημαίνει πατρίδα. Οι αγγλοσάξωνες δεν αναφέρονται σε μανάδες και πατεράδες αλλά προτιμούν τη λέξη «χώρα» ή «χώρα καταγωγής» ή όταν τους πιάνουν νοσταλγίες λένε και αυτοί «χόουμλαντ» κάτι αντίστοιχο με το «χάϊματ» δηλαδή. Η μητρική γλώσσα, όμως, είναι για όλους ίδια, muttersprache, mother tongue, langue maternelle και ούτω καθ’εξής.

Στο λεξικό βρίσκουμε την παράξενη λέξη «πατρώζω» που σημαίνει μιμούμαι τον πατέρα μου, ακολουθώ τα ίχνη του, του μοιάζω.

Όσο για φράσεις σχετικές με τη μητέρα έχουμε ουκ ολίγες: «αργία μήτηρ πάσης κακίας», «μητέρα όλων των μαχών» και ούτω καθ’εξής. Μητροκτονία, μητρομανία, μητριαρχία, μητρόπολις, η μητέρα είναι πανταχού παρούσα στη ζωή μας, για καλό ή για κακό.

Όσο για τον τίτλο της ανάρτησης, αναφέρεται σε απόσπασμα από τον Κρίτωνα του Πλάτωνος και ολόκληρο έχει ως εξής: "Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον εστίν η πατρίς και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρά θεοίς και παρ' ανθρώποις τοις νουν έχουσιν".

"Από τη μητέρα και τον πατέρα και όλους τους άλλους προγόνους, η πατρίδα είναι πράγμα πολυτιμότερο και σεβαστότερο και αγιότερο και ανώτερο και κατά τη γνώμη των θεών και κατά τη γνώμη των ανθρώπων που έχουν φρόνηση".

Στην ορθόδοξη εκκλησία, στο μυστήριο του γάμου, ακούμε:

«ένεκεν τούτου καταλήψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα, και προσκολληθήσεται προς την γυναίκα αυτού…».

Δηλαδή, παρ’ό,τι ξέρουμε πως μια από τις δέκα εντολές είναι «τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου», ο άνδρας που παντρεύεται παίρνει την ευχή να εγκαταλείψει τους γονείς του και να προσκολληθεί προς τη γυναίκα του και προς την καινούρια οικογένεια που θα δημιουργήσει μαζί της. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι θα πάψει να τιμά τους γονείς του.

Η λέξη οικογένεια προέρχεται από τη λέξη οίκος, σπίτι, home. Στις λατινογενείς γλώσσες έχει επίσης να κάνει με την οικειότητα, famille, famiglia κ.λ.π.

Alma mater, «μητέρα τροφός», αυτόν τον χαρακτηρισμό είχαν οι αρχαίοι Ρωμαίοι για ορισμένες μητρικές θεότητες όπως την Δήμητρα ή την Κυβέλη. Με την προσθήκη της λέξης studiorum, Alma Mater Studiorum, δηλ.μητέρα τροφός των σπουδών, η έκφραση χαρακτήρισε το αρχαίο πανεπιστήμιο της Μπολόνια που ιδρύθηκε το 1088 ενώ σήμερα οι Αμερικανοί την τοποθετούν στο βιογραφικό τους, θέλοντας να δείξουν από ποιο πανεπιστήμιο έχουν αποφοιτήσει.

Η λέξη "μανούλες" στον πληθυντικό που ακούγεται τελευταία για να χαρακτηρίσει τις μητέρες, μπορεί να φέρει κάποιες...αναγούλες όπως και πολλά άλλα υποκοριστικά που πρόσφατα χρησιμοποιούμε κατά κόρον εμείς οι νεοέλληνες. Η λέξη "μανούλες" μειώνει τον ρόλο της μητέρας, καθιστώντας τον κάπως μικροσκοπικό και ελαφρώς σαχλό, γλυκανάλατο. Επίσης θυμίζει την ατάκα του Αλεξανδράκη από τη γνωστή ελληνική κωμωδία: "Είναι μια ζωντοχήρα που τη λέω μανούλα μου!" (εδώ παραπέμπει και στα παράγωγα μανούλι ή μανουλομάνουλο)

Πού πήγαν οι κανονικές μαμάδες, οι ηρωικές μανάδες, μάνες, μητέρες; Κατάντησαν αξιοθρήνητες "μανούλες", γλυκερές, γεμάτες αυτολύπηση; Κάποτε λέγαμε "αχ μανούλα μου" σε στιγμές φόβου ή αποχωρισμού στην ξενητειά ή σε περίπτωση που η μάνα μας, συνήθως γριά, υπέφερε από κάποια αρρώστια. Η γλώσσα έχει πολλές αποχρώσεις, διαφορετικές βέβαια σε κάθε γενιά. Αλλά η δική μας γλώσσα όσο πάει και μικραίνει και όλο χάνει την αξία της με τις -ούλες και τους -ούληδες. Μήπως είμαστε μανούλες στο να εξευτελίζουμε τη μητρική μας γλώσσα;

Υ.Γ.Από την γενικότερη σαχλαμάρα της λέξης "μανούλες" (γενική των μανούλων;) εξαιρείται το παρακάτω τραγούδι που έχει άλλη βαρύτητα, η λέξη εδώ λέγεται με πόνο.

Κείμενο: Λητώ Σεϊζάνη


Εκτύπωση   Email