Υπηρέτριες, δουλικά και ψυχοκόρες

Η κατάσταση της ελληνίδας υπηρέτριας μεταπολεμικά και στις νεώτερες δεκαετίες

Πολλά χρόνια πριν φτάσει το κύμα των γυναικών από τις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού για να μας καθαρίσει τα σπίτια, να μας νταντέψει τα παιδιά και να γηροκομήσει τους πατεράδες μας η κατάσταση του υπηρετικού προσωπικού στην Ελλάδα ήταν διαφορετική.

Η ανερχόμενη αστική τάξη μεταπολεμικά χρησιμοποίησε σαν βοηθητικό προσωπικό κυρίως φτωχά κορίτσια από την επαρχία και τη νησιωτική χώρα. Επαρχιώτες πολλές φορές και οι ίδιοι, αφού αντάλλαξαν τα πατρικά χωράφια με ένα διαμέρισμα στην Αθήνα, βελτίωσαν τους όρους ζωής τους στην πρωτεύουσα σαν επιστήμονες, δημόσιοι λειτουργοί ή μεταπράτες. Στο νέο μοντέλο ζωής, με συζύγους ανεπάγγελτες, μιας που η γυναικεία εργασία δεν είναι ακόμη πολύ διαδεδομένη, η κυρία του σπιτιού έχει ανάγκη από βοηθό για τις δουλειές της και η προσφορά εργασίας σ’αυτό τον τομέα είναι μεγάλη.

Συνήθως μακρινοί συγγενείς απ’ την επαρχία, σπρωγμένοι από την ανέχεια, τόσο στην ηπειρωτική Ελλάδα όσο και στο κατάξερο νησί που δεν έχει ακόμη δει τον πρώτο τουρίστα, ανήμποροι να αναθρέψουν τις πολυμελείς, συνήθως, οικογένειές τους έστελναν τα κορίτσια τους εσωτερικά στους συγγενείς ή σε γνωστούς γνωστών στη πόλη με αντάλλαγμα “να βοηθάνε στις δουλειές”. Η κάθοδος στα αστικά κέντρα συμβόλιζε, πέραν του αυτονόητου της προσπάθειας επιβίωσης- ένα στόμα λιγότερο στο πατρικό- μια πολλαπλή απελευθέρωση από το ασφυκτικό περιβάλλον του χωριού και ένα όνειρο, μια κρυφή ελπίδα κοινωνικής ανέλιξης.

Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που οι κοπέλλες αυτές πέφτανε θύματα εκμετάλλευσης από τα αφεντικά τους. Βάναυσες συμπεριφορές, δυσβάσταχτος όγκος εργασίας, και κακές συνθήκες διαβίωσης καταγράφονται συχνά. Κάποιες φορές ανακάλυπταν πως τα χρήματα που θα τους έδιναν ήταν πολύ λιγότερα από τα συμφωνημένα, πως η κληρονομιά που θα τους άφηναν, όταν άκληρα ζευγάρια τις έπαιρναν για ψυχοκόρες, ήταν γραμμένη σε συγγενικά πρόσωπα, ή ότι ο υποτιθέμενος τραπεζικός λογαριασμός που τους φύλαγαν τα λεφτά, “για την προίκα” τους, ήταν από ισχνός ως ανύπαρκτος. Αυτά ως προς το οικονομικό σκέλος γιατί υπήρχαν και «άλλου» είδους εκμεταλλεύσεις που, για κοινωνικούς λόγους, υπέμεναν σιωπηρά χωρίς να τις καταγγείλουν.

Η ανασφάλιστη εργασία που παρείχαν οδηγεί το ΙΚΑ στις αρχές της δεκαετίας του ’60 στη σύνταξη του ανάλογου νομοσχεδίου “περί κοινωνικής πολιτικής και προστασίας των ασθενεστέρων τάξεων” δημιουργώντας τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις για τους εργοδότες τους αλλά και ασφαλιστικές παροχές για τις ίδιες. Εδώ διαβάζουμε απόσπασμα από την εφημερίδα “Ελευθερία” της 30/7/1961

" Από τα 50.000 άτομα που αποτελούν το υπηρετικόν προσωπικόν εις την περιοχήν πρωτευούσης, μόνον 2.000 έχουν απογραφή και ασφαλισθή, δηλαδή τέσσαρα περίπου τοις εκατόν. Θλιβερώτερα ακόμη είναι τα αποτελέσματα εις άλλας πόλεις. Πέραν τούτου όμως, το νομοσχέδιον του υπέρ του ΙΚΑ χαρατσώματος έχει, ως αναφέρεται, προκαλέση μεγάλην αναστάτωσιν μεταξύ του υπηρετικού κόσμου και εις τας με τους εργοδότας σχέσεις του. Υπηρέτριαι με μακροχρόνιον υπηρεσίαν εγκαταλείπουν τους εργοδότας των, διότι φοβούνται την απογραφήν των και την αντιμετωπίζουν ως κοινωνικήν μείωσιν. Διότι ουδεμία, βεβαίως, φιλοδοξεί να τελειώσει τον βίον της ως συνταξιοδοτουμένη από το ΙΚΑ υπηρέτρια. Τον δημιουργηθέντα διά του νομοσχεδίου σάλον επιτείνει μάλιστα τώρα η μελετωμένη υπό του υπουργείου εργασίας σύστασις «συνεργείων ελέγχου» (ανάγνωθι κατασκόπων), τα οποία θα περιέρχωνται την πόλιν και θα ζητούν πληροφορίας από τους γαλακτοπώλας και τα μπακάλικα…"

Σε αντίθεση με το υπηρετικό προσωπικό των αγγλοσαξωνικών, κυρίως, χωρών όπου η επαγγελματική τους κατάρτιση και συνέπεια ήταν αυτονόητη όπως επίσης και η γνώση ότι ανήκουν σε μια τάξη της οποίας είναι σχεδόν αδύνατο να περάσουν τα σύνορα για να εισέλθουν σε μια άλλη, ανώτερη τάξη, οι ελληνίδες υπηρέτριες δεν θεωρούσαν τις υπηρεσίες τους επάγγελμα αλλά ένα μεταβατικό στάδιο της ζωής τους.

Ψυχοκόρη, δούλα, δουλικό, οικιακή βοηθός, υπηρέτρια ή υπηρεσία, η μικρή επαρχιώτισσα ζει ένα μεταβατικό στάδιο γιατί έχει ένα όνειρο. Να μαζέψει λεφτά για την προίκα της και να βρει γαμπρό. Να “αποκατασταθεί”. Να πάψει να ξενοδουλεύει και να γίνει κυρία. Γι’αυτό, πολλές φορές, μιμείται τους τρόπους της κυρίας, μιμείται το ντύσιμο της κυρίας , την γλώσσα που χρησιμοποιεί η κυρία. Ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος δεν το άφησε ασχολίαστο, θυμηθείτε  πάμπολλες σκηνές με την υπηρέτρια το σπιτιού και τις ελληνικούρες που ξεστόμιζε.

Όταν με το καλό ανοίξει το δικό της σπίτι, στρέφει την πλάτη οριστικά στην επιστροφή της στα πατρογονικά μέρη και στις αγροτικές εργασίες και προτιμά να στριμώξει τη νέα της ζωή σε ένα δυάρι ή σε ένα αυθαίρετο κτίσμα στις γοργά και άναρχα αναπτυσσόμενες νέες περιοχές της Αθήνας, συμβάλλοντας και αυτή στον υδροκεφαλισμό της πρωτεύουσας.

 

Πρώτη δημοσίευση : www.peopleandideas.gr

 


 


Εκτύπωση   Email