ΑΕΕΕΕΡΑΑΑΑΑΑΑΑΑ

Αεεεεέρααααααα

Προ αρκετών ετών, συντροφιά νεαρών Ιταλών και Ελλήνων, επιβιβάστηκε σε δύο αυτοκίνητα
και ξεκίνησε για Πρωτομαγιάτικη εκδρομή στις εξοχές της Τοσκάνης. Τελικός προορισμός ένα όμορφο χωριό, το Chiusdino (Κιουσντίνο, ελληνιστί).

Μετά τον ωραίο περίπατο,
κατέληξαν σε χαριτωμένη ταβέρνα, με μακρόστενα ξύλινα τραπέζια, γλυκό φως να μπαίνει από τα μικρά παράθυρα και αρκετούς ηλικιωμένους και χαρωπούς άντρες, οι οποίοι, όπως, σύντομα, αντιλήφθηκαν οι νέοι, εόρταζαν την Εργατική Πρωτομαγιά.

Η νεανική συντροφιά καλησπέρισε ιδιοκτήτες και θαμώνες και απλώθηκε κεφάτη σε ένα τραπέζι.

Ως ιταλομαθή, τα Ελληνόπουλα της συντροφιάς, δεν ξεχώριζαν,
αρχικά, από τα φιλαράκια τους, τους Ιταλούς.
Αναπόφευκτα όμως, κάποια στιγμή, κουβέντιασαν, για λίγο,
μεταξύ τους, στα ελληνικά.

Οι ηλικιωμένοι θαμώνες, αμέσως και φανερά, έστρεψαν την προσοχή τους στην παρέα των νέων.
Μπορεί να εόρταζαν την Εργατική Πρωτομαγιά, αλλά ως γνήσιοι, καλοπροαίρετοι χωρικοί και φιλοπερίεργοι Ιταλιάνοι - που δεν έβλεπαν συχνά νεαρούς ξένους στο χωριό τους, ξένους, δε, που
διόλου δεν ξεχώριζαν από τα Ιταλόπουλα - έπρεπε, οπωσδήποτε
να μάθουν τόπο καταγωγής και εάν ήταν δυνατόν, και τις υπόλοιπες λεπτομέρειες, όπως ονόματα, ασχολίες κλπ.

Και ρώτησαν.
- Από πού είστε παιδιά;
- Siamo Greci.
Αναστάτωση, αναβρασμός.
Οι υπόλοιπες ερωτήσεις έσβησαν εμπρός σε τούτη την απάντηση.

- Έλληνες; Είστε Έλληνες;
αναφώνησαν με έκπληξη κι ενθουσιασμό, ενώ στα μάτια τους δεν άργησε να φανεί γνήσια, δυνατή συγκίνηση.
Ξαφνιασμένη η νεανική παρέα, έστρεψε όλη της την προσοχή στους ηλικιωμένους άνδρες.

Και αίφνης, έπαψε να είναι Πρωτομαγιά, Εργατική, ανοιξιάτικη, οτιδήποτε...
Ο χρόνος ταξίδεψε, ο τόπος μεταμορφώθηκε.
Και ήταν 1940.
Ήταν το Αλβανικό Μέτωπο.
Ήταν ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος.

- "Εμάς που μάς βλέπετε, παιδιά,
όλοι μας, πολεμήσαμε το '40, στην Αλβανία, με τους Έλληνες. Και ξέρετε τι μάς έκαναν οι Έλληνες; Ξέρετε;"

Σφίχτηκαν για λίγο οι νέοι, κυρίως
τα Ελληνόπουλα. Δεν μπορούσαν
να καταλάβουν. Θα άκουγαν,
μήπως, το παράπονο αυτών των παλαιών στρατιωτών για την ήττα από τις Ελληνικές δυνάμεις;
Τότε, προς τι ο ενθουσιασμός;
Γιατί τόση συγκίνηση;
Άραγε, απλώς, αναπολούσαν
εκείνα τα χρόνια, που, παλληκαράκια, βγήκαν στα πεδία των μαχών;
Σκέψεις συμπυκνωμένες σε λίγες, αμήχανες, στιγμές.

Διότι αμέσως, σαν χείμαρρος, ακολούθησαν τα λόγια των ηλικιωμένων Ιταλών...
- Εσείς, οι Έλληνες μάς νικήσατε στον πόλεμο, μάς κατατροπώσατε,
εσείς, μέσα στο χιόνι και στο κρύο, μάς τρέπατε σε φυγή, όχι
μονάχα με τα όπλα, όχι, μα και με εκείνη την τρομερή κραυγή, που ηχούσε ακόμα και μέσα στην νύχτα και μάς έκανε να τρέμουμε από τον φόβο μας και να υποχωρούμε άτακτα.
Φώναζαν οι Έλληνες στρατιώτες, παιδιά, φώναζαν, το ξέρετε αυτό παιδιά; - ξέρετε τι φώναζαν παιδιά;

Και μέσα στην μικρή ταβέρνα ενός απόμερου χωριού της Τοσκάνης, με Ιταλική προφορά και βουρκωμένα μάτια,
υπόκωφα, μακρόσυρτα, ανατριχιαστικά, επαναλάμβαναν, ξανά και ξανά, οι ηλικιωμένοι Ιταλοί, επαναλάμβαναν, αυτούσια, την λέξη που μαθαίνουν τα Ελληνόπουλα στο Σχολείο και που φαντάζει σχεδόν σαν παραμύθι, σαν ιστορία μακρυνή, αν και πολύ εντυπωσιακή, και που
τώρα γινόταν απολύτως πραγματική, παίρνοντας την αξία και την σημασία που αληθινά έχει....

- ΑΕΕΕΕΡΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
- ΑΕΕΕΕΕΡΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
- ΑΕΕΕΕΕΕΡΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ

Είχε όλων παγώσει το αίμα.
Είχαν όλοι ανατριχιάσει.
Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια αρκετών από τους νέους.
Δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλα των ηλικιωμένων.

Και δεν έφτανε αυτό.
Αυτοί οι άνθρωποι, που έδειχναν βυθισμένοι στις φοβερές
αναμνήσεις του πολέμου, σαν να
τις ξαναζούσαν από την αρχή, αυτοί οι άνθρωποι που, πλέον, ο χρόνος είχε σκάψει τα πρόσωπά τους και είχε βαρύνει τους ώμους τους, που μπαρουτοκαπνίστηκαν στην δίνη ενός παράλογου πολέμου, αυτοί, οι ίδιοι, ζήτησαν συγγνώμη από τα τωρινά, άκαπνα Ελληνόπουλα, μα και από τους νεαρούς συμπατριώτες τους,
Ιταλούς,ναι, και από αυτούς ζήτησαν συγγνώμη...

Ζήτησαν συγγνώμη που κήρυξε η Ιταλία τον πόλεμο στην Ελλάδα, που υπάκουσαν στον φασίστα Μουσολίνι και ενεπλάκησαν στον άδικο πόλεμο, συγχαίροντας, επιπλέον, και με έμφαση, τον ηρωισμό των Ελλήνων...

Μέσα σε αυτό το κλίμα συγκίνησης κι ενώ αντηχούσε ακόμη στα αυτιά όλων
η τρομερή ιαχή ΑΕΡΑ, έγιναν όλοι μιά συντροφιά.
Ήπιαν ο ένας στην υγεία του άλλου.
Γέλασαν, κουβέντιασαν, τρώγοντας ιταλικά αλλαντικά και τυριά, σε ένα συμπόσιο χαράς και σύμπνοιας.
Ώσπου, τέλος, ξεκίνησαν όλοι μαζί,
με γνήσιο ενθουσιασμό, και πλήρη ομοψυχία, να τραγουδούν άσματα αντιστασιακά, αντιπολεμικά, στα Ιταλικά όλοι μαζί, μα και στα Ελληνικά όταν συνέπιπτε η μελωδία, ανεξαρτήτως φρονημάτων, αριστερών, δεξιών ή κεντρώων, ανεξαρτήτως βιωμάτων, ηλικίας, εμπειρίας.

Και ήταν μαζί αστείο και τρυφερό
και επώδυνο και χαρούμενο...
Ήταν δυνατό πολύ.
Είναι αξέχαστο.


Η ιστορία είναι πέρα για πέρα αληθινή.
Η γράφουσα υπήρξε αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς.


Ακολουθεί συγκλονιστικό άσμα του τραγουδοποιού Γιάννη Μηλιώκα :


Εκτύπωση   Email